Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2007

Προορισμός της Θάλασσας



προορισμός της θάλασσας

Εκείνη κοιμόταν βαθιά, ούτε που κουνήθηκε όταν με τα’ ακροδάχτυλα του άγγιζε απαλά τα χείλια της.

Όταν χάιδευε τα μαλλιά της, τι όμορφη αίσθηση η αφή, ανατρίχιαζε στη διαδρομή τους, μεταξένια κι απαλά σαν πυρόξανθη άμμο.

Ο θεός είχε κατέβει απ’ τα σύννεφα και τον κρατούσε αγκαλιά.

Πνιγότανε από τη λαχτάρα ένα χρόνο τώρα να την κρατήσει, να την γευτεί και να ρουφήξει τις ευωδιές της για ένα ολόκληρο βράδυ.
Σαν αόρατη σκιά κινιόταν, όπως το απαλό αγέρι που μ’ ευαρέσκεια δροσίζει τη σάρκα. Το ψέγος των χειλιών του πάνω στα γυμνά μέρη της σάρκας της παγίδευε σ’ ένα απερίγραπτο μπέρδεμα το μυαλό του.
Μάτωνε, στα σκόρπια υπολείμματα λέξεων που τολμούσε μόνο στο μυαλό του να σκαρώνει, όπως στα όνειρα του και ν’ ακούει πνίγοντας τους γητεμένους αναστεναγμούς του μην και χαλάσει τούτη τη σεπτή ηδονική παράκρουση.
Αφουγκραζότανε τον ρυθμικό παλμό της ανάσας της, τόνοι μουσικοί ανείπω
των αναστεναγμών.
Καμιά γυναίκα δεν κρατούσε στο κόρφο του, όμως ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει τόσο όμορφα την αίσθηση ότι πράγματι κρατά στην αγκαλιά του ένα κορμί. Ούτε στο καλύτερο όνειρό του δεν είχε αισθανθεί το πέταγμα στον ουρανό που έζησε όλο το βράδυ.
Και τώρα λυπόταν που η αυγή άρχισε να χλομιάζει στα δροσερά μάγουλα της τη νύχτα και το όνειρο θα τελείωνε.
Με το πρώτο φέγγος εκείνη άνοιξε τα μάτια της και το μπλε πλημμύρισε τη ψυχή του.

«Τι όμορφη που είσαι», ψιθύρισε.
«Εδώ έμεινες το βράδυ;» τον ρώτησε.
Άπλωσε το χέρι του και την άγγιξε δειλά. Κυκλικά χαμόγελα χάραξαν τη σάρκα της. «Τι ονειρεύτηκες;» τη ρώτησε αγκαλιάζοντας τη με τη ματιά του.
«Νομίζω… τίποτα, ήμουν κουρασμένη, δεν… δεν θυμάμαι» του απάντησε και οι κύκλοι από το άγγιγμά του σάρωναν την επιφάνεια της.
Απλώθηκαν σβήνοντας τα τελευταία ψήγματα της μαχμουρλίδικης αθυμίας της.
«Εσύ, τι ονειρεύτηκες;» τον ρώτησε με μια φωνή που πάφλαζε πάθος.
Οι σκέψεις του γύριζαν ξανά και ξανά στο όνειρο, στα λόγια, στον έρωτα… έψαχνε ν’ αναγνωρίσει τα συμβολικά μυστικά που βάρυναν το μυαλό του τόσο πολύ που δεν μπορούσε να θυμηθεί.
«Εσύ, τι ονειρεύτηκες;» ρώτησε πάλι εκείνη.
«Τίποτα», τόλμησε εκείνος με φωνή σαν θρόισμα ανέμου και λιγωμένος από αγάπη…
Κοίταξε τη γύμνια της και πρόφερε χωρίς να τον ακούσει.
«Σε αγαπάω, θάλασσα!».


Σε όσους έχουν τη δυνατότητα να "αγαπούν"…

Καλές διακοπές… το Σεπτέμβρη, πάλι…

Χαιρετώ σας.
Αφιερωμένο σε όλους όσοι θα διαβούνε βήματα στη θάλασσα...


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
(1911-1996)

Η ΜΑΡΙΝΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ
'Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Μα πού γύριζες Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.

Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια
'Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων.


Μα πού γύριζες
Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα '
Ηταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομά του
'Οπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.

'Ακουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
'Εχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
'Η για να πας καβάλα στο μαίστρο.

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.