Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2008

Στην άκρη της ύπαρξης

Φεβρουάριος 2004 στο σπίτι της βαριάς άρρωστης μάνας μου.
db


Στην άκρη της ύπαρξης

Ο κατάφωτος δρόμος έσφυζε από ζωή. Τα μαγαζιά με τις νέον πολύχρωμες ταμπέλες χάριζαν ένα πανηγυριώτικο ύφος χαράς. Κάθε λογής φλεγόμενος κόσμος συνωστιζόταν στις εισόδους τους να πληροφορηθεί το ζωντανό σέξι πρόγραμμα.
Αυτοκίνητα σε αέναο πήγαινε έλα γέμιζαν το τόπο με φασαρία και καυσαέριο. Την ίδια κίνηση είχαν και οι πόρνες στα πεζοδρόμια που με προκλητικό ύφος προσπαθούσε η κάθε μία με τον δικό της τρόπο να πείσει κάποιον πελάτη να πάει μαζί της. Αρκετοί μεθυσμένοι ξάπλα σε κάποια σημεία που βρίσκανε απάγκιο από το νυχτερινό αγιάζι που τρύπαγε το κόκαλο, αλλά ευεργετικός φίλος στις μεθυσμένες αισθήσεις των ξενύχτηδων.
Ανάμεσα σε αυτό πολύχρωμο και πολύβουο συνονθύλευμα παραπατούσε κι ένας άντρας που έδειχνε από το δυνατό παραμιλητό του να τα έχει με τον εαυτό του και την τύχη του.
Είχε από το σπίτι του αρχίσει να πίνει όταν διάβασε το γράμμα που του άφησε η γυναίκα που αγαπούσε. Όταν πήρε απόφαση να φτάσει στην εξηκοστή - ενάτη οδό για ν’ αγοράσει παράνομα από κανέναν αράπη ένα περίστροφο, ήταν είδη λιώμα.
Δεν το έβαλε όμως κάτω. Έδειχνε μέσα του αποφασισμένος πως έπρεπε να εκδικηθεί την ατιμία που του σκάρωσε ο καλύτερος φίλος του.

Στο πρώτο μπαρ που βρήκε μπήκε μέσα. Βαρύθυμος και αμίλητος κάθισε στη μπάρα και παράγγειλε μια μπουκάλα ουίσκι. Η φωνή της νέγρας τραγουδίστριας, Ntany Rasf, δονούσε το χώρο με ένα ρυθμό που του ξυπνούσε μνήμες με μια πρωτόγνωρη άνεση να πίνει. Αδιάφορος για το γυμνό θέαμα της όμορφης Λολίτας που έκανε dance strip, αφοσιώθηκε στις σκέψεις του και στο τσαλακωμένο χαρτί που το άπλωσε μπροστά του σαν να επρόκειτο για κανένα πετσετάκι.
Από τσιγάρο σε συλλαβή κι από συλλαβή σε τσιγάρο άναβε και διάβαζε δείχνοντας πως κάποια σοβαρή αιτία τον είχε φέρει στα άκρα.

Ο γέρος, με χρυσά δαχτυλίδια στα δάχτυλα και βρώμικα νύχια σαν από το πουθενά μιας κατασκότεινης γωνίας ξεπετάχτηκε και τρεκλίζοντας, με ρυθμό τζαζ, ως συνήθως από τη μόνιμη σούρα, έφτασε κοντά του ανενδοίαστα για την καθιερωμένη του τράκα.
Για να κρατήσει τα προσχήματα κάποιας ευγένειας δεν παρέλειψε να καλύψει το στόμα του με την παλάμη για να συγκρατήσει τα σάλια που του έφευγαν.
-Κερνάς ένα τσιγάρο γιατί ξέμεινα…
Χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του και χωρίς να στρέψει το βλέμμα του, ο άντρας, έσπρωξε όλο το πακέτο προς το μέρος του γέρου και προσπάθησε να κρύψει τη μύτη του από την βρώμα του ψημένου κοτόπουλου που μύριζε η σταφιδιασμένη σάρκα του.
Εκείνος κοίταξε μια το πακέτο και μια τον άντρα.
-Πάρτο όλο, του τόνισε, ο άντρας, για να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση.
-Με αγχώνεις, μίστερ, δεν θέλω πακέτο, ένα τσιγάρο μόνο, αλλιώς δεν θα μπορέσω να στο επιστρέψω… αλλά είναι και το άλλο…
-Ποιο άλλο; ρωτάει με περιέργεια ο άντρας και στρέφει τη ματιά του επάνω στο γέρο.
-Αν πάρω όλο το πακέτο δεν θα έχω την ανάγκη του τσιγάρου γιατί θ’ ανάβω όποτε θέλω και θα χάσω την ευκαιρία να ζητάω από αγνώστους και να πιάνω την κουβέντα μαζί τους…
-Πάρε τότε ότι θέλεις.
-Ένα για την αγία Παρασκευή…
-Είναι κολλητή σου η αγία Παρασκευή;
-Όχι η γυναίκα μου.
Ο άντρας τον κοιτάζει περίεργα και χαμογελώντας ειρωνικά ρωτάει.
-Και γιατί αγία;
-Έχει πεθάνει.
-Λυπάμαι.
-Μη λυπάσαι.
-Γιατί;
-Πάνε χρόνια, συνήθισα πια στη μοναξιά… εσύ;
-Τι εγώ;
-Για πια αγία Παρασκευή, πίνεις;
-Είχα κι εγώ μέχρι πριν δυο ώρες μια Guilis.
-Τα συλλυπητήρια μου.
-Δεν πέθανε.
-Αλλά;
-Την κοπάνησε.
-Α, κατάλαβα, η γνωστή ιστορία.
-Τα έφτιαξε με άλλον;
Ο άντρας γνέφει το κεφάλι του καταφατικά με το γνωστό απλανές ύφος του μεθυσμένου κι αδειάζει με μια γουλιά το γεμάτο ποτήρι του. Καίγεται μα παριστάνει πως το αντέχει ενώ από μέσα του αναρωτιέται γι αυτό που κάνει, που βρίσκει τη δύναμη και καταφέρνει να πίνει ανεξέλεγκτα.

Η μπάσα φωνή της Rasf, παρεμβάλλεται ανάμεσα τους για μερικά λεπτά, μετά ο γέρος σαν να μονολογεί συνεχίζει.
-Έπρεπε να το καταλάβω μόλις σε είδα, τόσα χρόνια πείρα εδώ μέσα. Γι αυτό πίνεις;
Ο άντρας κουνάει καταφατικά το κεφάλι του σαν ανόητος μαθητής που τον μαλώνει ο δάσκαλος του..
-Στην αρχή θα σου κακοφανεί αλλά μετά θα σου περάσει… έχε μου εμπιστοσύνη.
Ξαφνικά, ο γέρος, τινάζει το χέρι του, το τσιγάρο του έκαψε τα δάχτυλα, το σβήνει κι αμέσως ρωτάει.
-Αχ! Οι δυσκολίες δεν ξεπερνιόνται αν δεν έχεις την πικρή συντροφιά του…
-Αγία Παρασκευή είναι αυτή, πάρε, τον προλαβαίνει ο άντρας.
-Αυτό για την Guilis.
Ο άντρας κουνάει καταφατικά το κεφάλι του με την αποτίμηση κάποιας απόγνωσης.
-Πληγωμένος εγωισμός, έτσι συμβαίνει πάντα… μπορεί να φτύνεις μια γυναίκα όσο νομίζεις ότι σου ανήκει, μα όταν σε παρατήσει πρώτη πεθαίνεις απ’ το κακό σου…
Ο άντρας κουνάει καταφατικά το κεφάλι του.
-Χείμαρρος είσαι.
-Τι θες ν’ ακούσεις γέρο, για το κέρατο που φύτρωσε στο κεφάλι μου;
-Που ξέρεις, μπορεί να λειτουργήσει, να σ’ ελαφρύνει. Πάντα χρειάζεται ένας καλός φίλος ν’ ακούει το πρόβλημά σου.
-Κι εσύ είσαι καλός φίλος;
-Θα γίνω, τσιγάρα έχουμε, του λέει και κοιτάει το ποτό του άντρα.
Εκείνος κάνει νόημα στο μπάρμαν.
-Κέρασε το φίλο μου.
-Το γνωστό, απαντάει ο γέρος χωρίς να χάσει την ευκαιρία.
-Πιστεύω πως θα ευλογάς τώρα γέρο, την Guilis, που σου εξασφάλισε τσιγάρο και ποτό απόψε, του λέει ο άντρας και γελάει πικρόχολα.
-Μα, τι λες, φίλοι είμαστε, τα μοιραζόμαστε όλα.
-Αυτό είναι σίγουρο, συνεχίζει να γελάει πικρόχολα. Τόσο πολύ που ο λεχρίτης μοιράστηκε μαζί μου τη Guilis.
-Φιλαράκι στην έκανε;
Ο άντρας κουνάει απελπισμένα το κεφάλι του.
-Πάντα έτσι συμβαίνει. κάποιος υπάρχει να σου αρπάξει κάτι.
-Μα τη γυναίκα μου!
-Όλοι ψάχνουν τις γυναίκες των άλλων… έτσι συμβαίνει.
-Θα με βοηθήσεις να τον σκοτώσω;
-Αστειεύεσαι, μαζί θα το κάνουμε, όμως θέλει σχέδιο…
-Όπλο χρειάζεται.
-Έχεις;
-Όχι, αν είχα θα το είχα κάνει.
-Σίγουρα θα ήθελες να αποκτήσεις ένα;
-Απαραίτητα. Είμαι αποφασισμένος, θα το κάνω.
-Σκέψου λογικά. Πρώτα σκέψου λογικά. Αυτός ο…
-Dabid..
-Αυτός, ο Dabid, θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε από εδώ μέσα… ένας τυχαίος άντρας που παριστάνει τον εραστή επειδή μια γυναίκα του χάρισε τη διαθεσιμότητα της.
-Δεν είναι τυχαίος κάποιος που θεωρείς φίλο σου. Είχαμε ζήσει πολλά μαζί δυνατές στιγμές και με την πρώτη ευκαιρία να μου αρπάζει τη γυναίκα.
-Σωστά, μα επιμένω αν ακολουθήσουμε τη λογική που λέει πως η γυναίκα δίνει το ελεύθερο για να την κατακτήσει ο άντρας…
-Πουτάνα!.. Σταμάτα, γέρο, τα ξέρω αυτά, φώναξε τρομερά ενοχλημένος ο άντρας.
-Εντάξει σταματάω, σβήνει το τσιγάρο και συνεχίζει, πώς να μην καπνίζεις με τόσα προβλήματα, τονίζει με υπονοούμενο.
Ένας λυγμός ξέφυγε από το στέρνο του άντρα που προσπάθησε να τον κρύψει με τα λόγια.
-Εμπρός γέρο, πάρε τσιγάρο και συνέχισε να δω που θα το πας.
-Η γυναίκα είναι ο σατανάς εξανθρωπισμένος. Δε λέω είναι ωραία αλλά θέλει μεγάλη προσοχή μη σε πάρει από κάτω.
-Ακριβώς έτσι έγινε ρε γέρο…
-Frank…
-Έτσι έγινε γέρο Frank, με κέρδισε και μετά με σακάτεψε. Της έδωσα τα πάντα και με πούλησε.
Ο γέρος έγνεψε καταφατικά.
-Ήθελα να’ ξερα, δεν θα χει ενοχές τώρα;
-Όταν ψάχνεις για ενοχές στη ψυχή μιας γυναίκας είναι σαν να ψάχνεις ψύλλους στ’ άχυρα…
-Φαντάζομαι τι θα τράβηξες από την αγία Παρασκευή για να βγάζεις τόσο μεγάλο μισογυνισμό.
-Γυναίκες!
Ο άντρας σηκώνει το ποτήρι και πίνει μονοκοπανιά. Καίγεται, όλα γυρίζουν γύρω του, μονολογεί.
-Κορόιδευα αυτούς που πίνουνε, άλλοτε αναρωτιόμουνα πως το αντέχουν, όλα γίνονται άμα έχεις μια Guilis.
-Μια αγία Guilis, συμπληρώνει ο γέρος.
-Μια σκρόφα. Έχασα την εμπιστοσύνη μου στον άνθρωπο
-Στη γυναίκα να λες καλύτερα…δεν σ’ αγαπούσε;
-Πολύ, τουλάχιστον έτσι έδειχνε, αλλά δεν νομίζω πάλι… τόση υποκρισία; Για ένα μεγάλο διάστημα όλα κυλούσαν ήρεμα. Είμαστε ευτυχισμένοι, εδώ που τα λέμε βασίστηκα στην απόλυτη αποδοχή της… έδειχνε να ανέχεται κάθε μου παραξενιά. Νομίζω, φταίω…
-Πάντα υπάρχει η αυτουργία του άλλου για τις πράξεις μας.
-Παραφέρθηκα κι εγώ, νόμιζα πως ήταν κεκτημένη μου υπόθεση η σχέση μας. Έφευγα μερικές φορές, ξέρεις τώρα πότε οι φίλοι, πότε οι… φίλες. Δεν μιλούσε και αυτό με βόλευε. Μα και τώρα στο τέλος κάποιες φορές που πήγε να μου μιλήσει ή την αποπήρα ή την απείλησα πως θα την έδερνα και σταμάτησε. Από τότε δεν μου ξαναείπε ότι την αφήνω μόνη.
-Χα, έτσι γίνεται πάντα…
-…Υπέθετα πως την είχα βάλει στη θέση της και ήταν πλέον υπάκουη, μέχρι σήμερα που όλα ανατράπηκαν.
δημήτρης βαρβαρήγος