Παρασκευή, 4 Απριλίου 2008

Η ΖΩΗ ΔΕΝ ΡΩΤΑΕΙ

Το διήγημα "η ζωή δεν ρωτάει" παρουσιάστηκε στον "Ριζοσπάστη" την Κυριακή 28 Μαρτίου 2008


Η ΖΩΗ ΔΕ ΡΩΤΑΕΙ

Το γέλιο και το κλάμα, είναι δυο σπασμοί που μοιάζουν. Στα χρόνια μαθαίνεις πόσο απόλυτα όμοια είναι αυτά τα δυο. Πως προέρχονται από την ίδια πηγή, την ψυχή. Χαρά και πόνο δυο αίτια ζωής. που σαν σαλτιμπάγκοι προσφέρουν τις στιγμές τους πλημμυρίζοντας τα μάτια δάκρια και τα πρόσωπα με ρυτίδες χαραγμένα.
Πόσα δεν υπόσχονται αυτά τα πρόσωπα ν’ αποκαλύψουν. Ένα ενδιαφέρον, μα άγνωστο πάντα μέλλον, γεμάτο μυστικά όμοια με αυτά που υπάρχουν στις αράδες ενός χιλιοτσαλακωμένου βιβλίου απ’ τις επαναλήψεις.
Είναι κι αυτά, τα μυστικά, φυλαγμένα σαν τις μεγάλες αγάπες που ζούνε αιώνια μόνο μέσα σε κιτρινισμένα φύλλα.

Ο Μαρκέζε Φερνάντεζ, άφησε πίσω μάνα ανήμπορη, σχεδόν ετοιμοθάνατη που δεν ήξερε αν στην επιστροφή του θα τη συναντούσε ζωντανή. Όμως έπρεπε να φύγει, έπρεπε να κερδίσει χρήματα, αυτά τα ξεφτιλισμένα χρήματα που έχουν τέτοια δύναμη να γεννούνε ακόμη και τη σαγήνη σε μια γυναίκα γι αυτόν που θα της προσφέρει τα οφέλη τους. Κι αυτός, με μια μεγάλη δόση τρέλας τη λαχταρούσε, την αγαπούσε παράφορα.
Είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να γίνει πλούσιος μήπως και κατάφερνε να κερδίσει την καρδιά της μικρής Ίλβα Πουένσο, που γνώριζε πόσο της άρεσε η καλή, η πλούσια ζωή.
«Η ζωή μου ανήκει και θέλω να τη ζήσω όπως μου αρέσει. Να της ρουφήξω το μεδούλι. Δεν αντέχω τις μιζέριες. Φτάνει πια!».
Αυτά τα λόγια του είχε τονίσει μόλις στο ξεκίνημα της εφηβείας της με το γνωστό θράσος της ανενδοίαστης νιότης, αλλά ταυτόχρονα και τόσο αληθινή η επιθυμία της για ζωή που άμβλυνε στα σωθικά της συνείδησης του κάθε αντίδραση, όταν εκείνος της είπε έτσι απλά, πως την αγαπάει.
Κατόπιν βυθισμένος στην απογοήτευση σκεφτόταν πως δεν είχε άλλο όπλο να προβάλει ενάντια στην επιθυμία της για πλούτο εκτός από την επιθυμία του να την κάνει δική του. «Στον έρωτα μπροστά όλοι είμαστε αδύναμοι», ψέλλισε μέσα στα δόντια του και κατέληξε. «Θα γυρίσω!».
Στη στιγμή πήρε την απόφαση να μπαρκάρει. Τόσοι και τόσοι φίλοι και γνωστοί του το είχαν κάνει προηγούμενα. Μια εποχή είχε αδειάσει η γειτονιά από άντρες. Και τώρα κι εκείνος είχε ανάγκη να ξεφύγει απ’ τη μιζέρια, αλλά ο μοναδικός δεσμός με την ανήμπορη μάνα του τον είχε κρατήσει κοντά της για να φροντίζει τις ανάγκες της.
Όμως αυτή η φτώχεια ήταν η αρρώστια που τους έδερνε αλύπητα κι έπρεπε πάση θυσία να διώξει από πάνω τους. Και η Ίλβα του έδινε την αφορμή να κάνει το πρώτο βήμα στη φυγή του. Εκείνη η μικρή του άνοιγε την πόρτα για μια καινούρια ζωή που δεν είχε σκοπό να ξεκινήσει αν δεν έφευγε.

Είκοσι έξι γεμάτα χρόνια διαφορά είχαν, ο Μαρκέζε Φερνάντεζ και η Ίλβα Πουένζο, αλλά εκείνη έδειχνε έτοιμη γυναίκα και στο σώμα και στη σκέψη. Λες και το χέρι του θεού είχε επέμβει προσεκτικά επάνω της και γέμισε το μυαλό της εξυπνάδα και σμίλεψε ένα αλαβάστρινο κορμί που επάνω του θ’ ακουμπούσε το πεπρωμένο της. Και πράγματι αυτή η εξαίσια ομορφιά έδειχνε πως είναι προορισμένη για κάτι ξεχωριστό που κανείς δεν μπορούσε να υπολογίσει ακριβώς τι θα ήταν αυτό που της έταζε η μοίρα. Ή μήπως, η πραγματικότητα θα την οδηγούσε στην αποκλειστική προοπτική, όπως τα περισσότερα κορίτσια της παραγκούπολης, να ικανοποιεί κι αυτή φτωχές ηδονές σε τυχαία πέη.
Από παιδούλα άκουγε ο Μαρκέζε Φερνάντεζ τη φωνή της να ξεσηκώνει τη γειτονιά, όταν όλα τα παιδιά ξεχύνονταν να παίξουν στα χωμάτινα δρομάκια γύρω από τις παράγκες και λιγωνόταν από την ανάγκη να την κοιτάζει και να μη χορταίνει την παρουσία της.
Τον τρέλαινε αυτό το θεϊκό χάρισμα της, η παιδιάστικη όσο και αισθησιακή χάρη να φέρεται ενστικτωδώς για το που υπάρχει το συμφέρον της.
Η παρουσία της σαν βρώμικη σκέψη τρύπωσε μέσα του, μόλυνε την καρδιά του κι ωρίμαζε σαν ανάγκη να κερδίσει την εμπιστοσύνη της και να την κάνει δική του, όσο αυτό το πρόωρα ανεπτυγμένο μικρό κορίτσι φανέρωνε επιδεικτικά μια πλούσια θηλυκότητα, φαινομενικά τουλάχιστον ακόμα άδολη, τόσο αυτή η ανάγκη του μεγάλωνε και γινόταν μοχθηρά απαιτητική.
Άρχισε να τη θυμάται από την ηλικία των επτά χρόνων της καθώς δυο πρόωροι μυτεροί και τρυφεροί καρποί φύτρωσαν επάνω της επιδεικτικά σαν να προειδοποιούσαν, πως το αίμα που κυλούσε στις φλέβες της θα στροβιλιζόταν αφρισμένο μέσα στις ηδονές που θα έρχονταν.
Από τότε άρχισε να τη βλέπει σαν γυναίκα που μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει, όπως όλες οι γυναίκες που είναι ταγμένες να φροντίζουν, να υπηρετούν και να πιστεύουν έναν πλούσιο άντρα.
Μετά, όσο περνούσε ο καιρός και μεγάλωνε, αναγνώρισε ο Μαρκέζε Φερνάντεζ, πως έκρυβε μέσα της μια απρόβλεπτη συμπεριφορά μια πονηριά κι ένα πείσμα γυναίκας έμπειρης. Το βλέμμα της είχε μια ανυπότακτη πονηριά σαν αρπακτικού ζώου που ακόμη και μέσα στην ηρεμία του λαμπύριζε έντονα σαν φλόγα μια ανεπιφύλακτη αμφιβολία. Αυτή η φλόγα της αμφιβολίας ήταν που έκανε τα αμυγδαλωτά μάτια της αδιαπέραστα. Όμως, μαζί με την ηλικία της Ίλβα μεγάλωνε μέσα του μια απίστευτα σκληρή ζήλεια, ειδικά όταν την έβλεπε να μιλάει με άλλα αγόρια ή με κάποιους άντρες που μάθαιναν για την ομορφιά της κι ανέβαιναν από τις φυτείες καφέ του Σάο Πάολο και της χάριζαν εσώρουχα προκειμένου να τους αφήσει να πιάσουν λίγο τη σάρκα της. Εκείνη τα έπαιρνε ανενδοίαστα, σκασμένη στα γέλια κι ο Μαρκέζε Φερνάντεζ έπαιρνε όρκους πως μια μέρα θα την σκότωνε, αν τελικά δε την κέρδιζε.

Ούτε μια μέρα δεν άφησε που να μην της γράψει στα τρία χρόνια που έλειπε για τα όνειρα και τις ελπίδες του. Για τον πόθο του να επιστρέψει με πολλά ρεάλ και να ζήσουν μαζί με άνεση. Είχε μαζέψει αρκετά ώστε να της προσφέρει τα πάντα και να της φροντίζει το κορμί σαν κήπο που κατόπιν θα του πρόσφερε τα αρώματα του.
Δικό της γράμμα δεν έλαβε ποτέ, γιατί ποτέ δεν τόλμησε να στείλει ούτε καν ένα από αυτά επειδή τρόμαζε μπροστά στην απόρριψη της. Ένα κουτί είχε γεμίσει με σκέψεις, παρακάλια, τάματα και όνειρα που θα ήθελε να ζήσει μόνο μαζί της. Αλλά και τι, να της έλεγε, πως τη σκέφτεται, πως την αγαπάει, γιατί; για να πάρει την ίδια απάντηση μέσα από ένα αναιδές γέλιο. «Σου είπα, θέλω να ζήσω πλούσια ζωή!».
Θα έκανε λοιπόν υπομονή, θα ανεχότανε τα πάντα, δεν θα χαλούσε ρεάλ, ούτε ένα σεντάβος, το μόνο που είχε να κάνει ήταν να περιμένει τα γυρίσματα της ζωής και το πότε θα έπεφτε στην ανάγκη του. Τότε θα έπρεπε με τα χιλιάδες ρεάλια του να είναι έτοιμος να αναλάβει τη ζωή της, να χειριστεί το κορμί της, να πατήσει τη ψυχή της που σαν τρελός ποθούσε.

Ποιος περίμενε όμως πως θα μείνει σακάτης μόλις στα σαράντα του, στο πρώτο κιόλας αναγκαστικό μπάρκο. Ένας κάβος έσπασε και του έκοψε το δεξί πόδι σίρριζα απ’ το γόνατο.
Από τότε ο μοναχικός Μαρκέζε Φερνάντεζ, πέθανε και η μάνα του έξι μήνες μετά τη φυγή του, κάθε πρωί κάθεται στην αυλή του στην ίδια θέση και ταΐζει ψίχουλα τα περιστέρια του, τα μοναδικά πλάσματα που συναναστρέφεται και μιλάει μαζί τους.
Μα εκείνος είχε τις δικές του σκέψεις και προετοίμαζε τα δικά του σχέδια. Απλά περίμενε την αφορμή που θα τα έβαζε σ’ εφαρμογή.
Ήταν κουτσός και γι αυτή την αιτία, έτσι του είπε, δεν τον ήθελε η Ίλβα. Πουένσο. Αυτή η σκέψη τον έπνιγε και τον βύθιζε στην κατάθλιψη. Η μόνη ευχαρίστηση που ένιωθε ήταν να στέκεται κρυμμένος πίσω από το παράθυρο του και να παρακολουθεί την Ίλβα του, τις ώρες που μπαινόβγαινε απ’ το σπίτι της ή στην αυλή που άπλωνε τα ρούχα κι έσκυβε και τεντωνόταν, μιλούσε, φώναζε και γελούσε. Γέμιζε ο εσωτερικός του κόσμος μαζί της. Ήταν μια παράξενη διεργασία που προερχόταν από τις εικόνες της και οι οποίες τον ολοκλήρωναν.
Μαγευότανε με την παρουσία της και μια ηδονή παράξενη κατέκλυζε τη λογική του σαν ευχαρίστηση ερωτικής πράξης. Μετά από λίγο διάστημα η Ίλβα Πουένσο τον έβλεπε πως την παρακολουθεί κι άρχισε μαζί του ένα δήθεν τυχαίο ερωτικό παιχνίδι για να του παίρνει ρεάλ που εκείνος της άφηνε στο φαγωμένο σκαλοπάτι της εξώπορτας του.
Της άρεσε η ιδέα να αναστατώνει αυτό τον άντρα που γνώριζε, πως και τη ζωή του ακόμη θα ήταν ικανός να της χαρίσει αν του το ζητούσε, αλλά την αναίδεια της εξιτάριζε και η ντροπή του, η αδυναμία του που δεν είχε τη δυνατότητα να σταθεί πλάι της όπως εκείνη ήθελε, πλούσιος και με δύο πόδια.
Ήξερε πως την αγαπούσε και χάριν αυτού του πρόσφερε, έστω από απόσταση, μέρη από το όμορφο σώμα της. Πότε σήκωνε τη φούστα της μέχρι τους μηρούς επάνω δήθεν τυχαία. Πότε περιφερόταν στην αυλή με το κοντό νυχτικό ή με τα εσώρουχα ρίχνοντας του πονηρά φευγαλέα βλέμματα.
Άλλοτε έκανε μπάνιο πίσω από μια σκουριασμένη λαμαρίνα αφήνοντας ακάλυπτο όλο το κορμί της και παίρνοντας στάσεις προκλητικές τον κοίταζε και γελούσε που τον ένιωθε να λιώνει στην αυτόχειρη ηδονή του.

Η γιορτή της Σάντα Λουτσία, γέμισε τους χωμάτινους δρόμους κλαρωτές φούστες και λευκές καμίσες που χόρευαν στους ρυθμούς των μαριάτσι. Δυο μελαψά παλικάρια πήραν την Ίλβα Πουένσο από το σπίτι της. Εκείνη μέσα στα γέλια της έριξε μια ματιά στο κλειστό παραθυρόφυλλο του Μαρκέζε Φερνάντες, που ήξερε πως την κρυφοκοιτάζει.

Χάραζε σχεδόν στην πόλη της χαμένης νόρμας. Μόνο ένας κόκορας θύμιζε πως υπάρχει ζωή. Το γέλιο και το κλάμα, είναι δυο σπασμοί που μοιάζουν.
Η Παλάμη του Μαρκέζε Φερνάντες σαν μήτρα γαντζώθηκε να φράξει το στόμα που πολύ ποθούσε να φιλήσει.
Μια λάμα κι ένας λυγμός βουβός βύθισε στο κόκκινο σκοτάδι την Ίλβα Πουένσο. Την Ίλβα του.
δημήτρης βαρβαρήγος 2008