Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2009

7 ψυχές 7 ζωές




ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΜΠΑ - ΜΑΙΡΗ ΠΙΣΙΑ - ΑΘΗΝΑ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ - ΣΜΑΡΩ ΚΟΥΜΕΝΤΑΚΗ - ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΦΡΙΤΣΑΣ - ΛΙΤΣΑ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ - ΒΑΣΙΑ ΤΣΩΤΣΟΥτ




Τέλος κι αρχή, επίλογος ή πρόλογος




Πολύτροπα των ημερών τα θελήματα φανερώνονται,ανέλπιδα κι απεγνωσμένα σα μας κάνουν πολλά αντίθετα.Το προσδοκούμαι δεν γίνεται πάντακ’ ένας Χρόνος βρήκεσ’ αδόκητα το δρόμο τα συμβάντα…Όπως κι εφέτος συνέβη,όπως πάντα συμβαίνει,ο χρόνος να φεύγει γρήγορα όταν περνά με λύπες.
{Ελένη, του Ευριπίδη}

Μια ζωή άκουγα για την επανάληψη της ψυχής, ότι κάνει κύκλο επτά φορές μέχρι να τελειωθεί και να χαθεί στη ψηφιδωτή σκηνογραφία της ύλης κάποιου έμπυρου Ουρανού. Σ’ ένα στερέωμα όπου μόνον εκεί τελείται στ’ αλήθεια ο θάνατος και η ανάσταση. Στον ιερό τόπο που ζουν οι μύστες αιώνες που μέσα τους πεθαίνει ο θεός και μέσα τους πάλι γεννιέται.Αιώνες! Οι Ερμοφόροι των ανθρώπων, που γνωρίζουν καλά τι συμβαίνει εκεί πάνω και τι εδώ κάτω, τι σημαίνει φως και τι σκοτάδι και που υφαίνουν με σπλαχνική χαρά τα πέπλα όλων των όντων. Με ουράνιες μαγείες δημιουργούν ένα νέο ζωντανό σώμα, έναν θεό και τραγουδούν και παιανίζουν στη μαγική γιορτή την είσοδο της ψυχής στο χρόνο μιας νέας ζωής. Και σπαράζει ο ουρανός και χαίρεται η γη.Έπρεπε να έχω το νου μου, να έχω βλέμμα οξύ, ακοή λεπτή και προσοχή ακονισμένη μήπως και ανακαλύψω ετούτο το μυστήριο του θανάτου του σώματος και τη μετάβαση της ψυχής.Θα έφτανε λοιπόν και για μένα η στιγμή που θα έμπαινα σε αυτό τον φανταστικό κόσμο με τους μικρούς καθρέφτες που λαμπιρίζουν σαν αστέρια;Θα έπινα το ποτό της λήθης που κρατάει το πνεύμα για πάντα στο θλιβερό σκοτάδι; Θα συναντούσα αγαπημένα πρόσωπα; Θα τα θυμόμουν; Θα με αναγνωρίζανε; Θα ζούσαμε πάλι όπως πριν ή θα μέναμε ανάσες απόμακρες;Τι δυστυχία όλα ετούτα τα δυσνόητα κι ακόμα πιο πολύ, στον ύπνο του θανάτου να μην υπάρχουν όνειρα.Ταπεινώς και αδόλως παρέδωσα τη δυσνόητη παρουσία των παιδικών μου αθώων θαυμάτων στην απουσία. Εν μέσω σιωπής θεϊκής ποθούσα να κρατήσω ψέγοντας με την αφή απαλά μέσα στα βλέμματα εικόνες κάποιου όμορφου παρελθόντος.Με τη δύναμη του νου, ματαίως, ήθελα να συνταιριάξω στην έλλειψή με το άοπτο πλέον βλέμμα μου, όλα μαζί τα ανθρώπινα ίχνη μου που είχαν χαραχτεί στης φύσης την αγνή διαύγεια. Διασχίζοντας τα ανεξερεύνητα βάθη μου υψώθηκα στην αρχή των πραγμάτων που ζουν στον αμόλυντο αιθέρα. της μίας μοναδικής συμπαντικής αρχής. Διπλώθηκα στο βάθος του δικού μου εαυτού και με μια πνοή, σκαρφάλωσα στον ουρανό.Πέρασμα μέσα από την άβυσσο των υποχθόνιων δυνάμεων, μέσα απ’ την ιερή κοιλάδα των Αγγέλων, μέσα από σκόνη αστρική, μέσα από μέλη σκορπισμένα, ανάμεσα από δύστυχες ψυχές που αναζητούσαν σώμα για τόπο.Ψυχές που πνίγονταν στο μίσος, στον πόνο και στο έγκλημα και τους έφερνε ο χρόνος όλο πιο κοντά στον αφανισμό της μοναξιάς.Πέρασα ανάμεσα από χιλιάδες άϋλες υπάρξεις και σκιές που μ’ άπλωναν τα χέρια ικετευτικά να τις γλιτώσω, μα όσο και να ‘θελα δεν μπορούσα, ήταν αγέννητη μέσα μου η φλόγα της γης, μέχρι που το βέλο του Γαλαξία στοργικά με τύλιξε και η θέρμη μιας ζωντάνιας χαρίστηκε πάλι στα σπλάχνα μου.Επιτέλους, βρήκε η ψυχή μου νέο σώμα! Η πνοή των αιώνιων αιτιών, το Νερό, η Φωτιά, το Χώμα, ο Αιθέρας, τραγούδησαν τον υμέναιο της Μέρας και της Νύχτας, της Γυναίκας και του Άντρα, του Έρωτα και της Αγάπης, της Ζωής και πάλι του Θανάτου. Και να η εμπειρία του Αγαθού με έχτισε και ήταν πάλι μέσα μου ζωντανή. Άκουγα έβλεπα, έψεγα, γευόμουνα, μύριζα. Αισθανόμουν τη θύελλα. Ερωτεύτηκα τη θύελλα! Γεια σου Ζωή! Επτά ιστορίες ζωής που η μία χαρίζει στην άλλη τη ψυχή της.Επτά συγγραφείς που μοιράζονται τη δική τους άποψη στα μυστήρια των πέντε αισθήσεων.Επτά διαφορετικές ιστορίες, γεμάτες από τη λεπτή αύρα των Νυμφών που κινούνται μέσα από την προσωπική γραφή, στη σιωπηλή μαγεία της ζωής και του Θανάτου. Επτά ζωές, επτά ψυχές που περιφέρονται σαν σκιές στη σιωπή, σαν το αίμα που κυλάει στα βάθη του χρόνου και ψάχνει να ζωντανέψει το χαμένο πνεύμα.
Δημήτρης Βαρβαρήγος

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2009

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ



Κάπως έτσι η ποίηση συνάντησε την Κατερίνα Ρουκ, και γεννήθηκε ποιήτρια.

Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα

Η νέα ποιητική συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ τελειώνει με τους στίχους: "να φεύγουν τα περιττά λέω / να μπω στον ουρανό του τίποτα / με ελάχιστα".
Όλο το βιβλίο κινείται σε έναν ποιητικό χώρο όπου η ποίηση δεν είναι λέξεις απλά στολισμένες για να διαβάζονται, και να κερδίζουν εντυπώσεις. Γενικά η ποίηση είναι ένα αγαθό, αλλά η Ποίηση της Ρουκ έχει ένα επιπλέον θετικό, να ανταποκρίνεται σε μια ανάγκη, και διαβάζεται σαν απαραίτητη προϋπόθεση μιας τροφής που θρέφει τις σκέψεις μας.
Όλα τα ποιήματα ετούτης της συλλογής της λες και γράφτηκαν από την ανάγκη να απαντήσουν στο απεγνωσμένο ανθρώπινο ερώτημα του θανάτου.
Σαν βοήθεια στον φόβο του αγνώστου και στην ασαφή αιωνιότητα του χάους έρχεται η ποιήτρια να δώσει μέσα από τους στίχους τις δικές απαντήσεις. «Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς/ θα εφεύρει η ζωή/ ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης/ και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας».
Πράγματι η ποίηση έχει τη δύναμη να ζήσει κάποιος τη φυσικότητα της μόνο όταν είναι άρτια δομημένη και μακριά από ποιητικές υπερβολές και άδειες. Όταν παρουσιάζεται γυμνή και απέριττη, ταπεινή βαθιά στοχαστική και λαβωμένη από τα’ ανθρώπινα.
Ναι η ποίηση μπορεί κι αλίμονο αν δεν μπορούσε, να καταστεί χρήσιμη, να δώσει εξηγήσεις, να ξεσηκώσει συνειδήσεις, να αμφισβητήσει και να προσεγγίσει, να τη ζήσει κανείς αρκεί να είναι και να μιλάει για αλήθειες κι όχι με ρητορικά και φιλοσοφικά σχήματα που δεν καλύπτουν κενά αλλά ποίηση υπαρξιακή και καθώς η ύπαρξη είναι η αλήθεια μας, τότε μια υπαρξιακή ποιητική προσέγγιση θα μας κερδίσει. Γυμνή κι απέριττη όσο ποτέ, όπως η αλήθεια, ταπεινή και βαθύτατα λαβωμένη όπως το ανθρώπινο.
Έτσι, με αυτά τα στοιχεία, καταφέρνει πάντα η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ με τη δική της ποιητική εμμονή να μας μεταφέρει μέσα απ’ τον εσώκοσμο της, στο δικό της προσωπική ποιητικό κατάθεση συμμετέχοντας κι εμείς με τις λέξεις και τις έννοιες των στίχων της, στη δική της συμπαντική αιωνιότητα.

Η έννοια της ζωής για κείνη εκφράζεται με το στίχο:
«Το παν, οι εμπειρίες της ζωής, η ύπαρξη, η έκπληξη, ο πόνος που δοκιμάζεις».
Και για το σώμα, η δική της ποιητική άποψη:
«Ως κι ο Θεός αναγκάστηκε να στείλει ένα σώμα επί της γης να μαρτυρήσει για να πιστέψουμε σε Κείνον».
Από στίχους της ποιήτριας από τη συλλογή «Ωραία έρημος η σάρκα»:
Οι εραστές μας ήταν κακοί ποιητές/ το ξέραμε και τότε/ όμως σάρωνε ο αέρας/ του κάθε σερνικού τοπίου/ τους στίχους εκείνου/ και τους ξανάφερνε αλλαγμένους λες και μία άγια θεά/ τους είχε περιχύσει νόημα.