Τρίτη, 24 Ιουνίου 2008

ΑΠΡΟΣΜΕΝΟ ΘΑΥΜΑ

ανέκδοτο διήγημα, δημοσιεύτηκε στο 8ο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού "ρώγμές"



“Είναι θαύμα η γαλήνη των τετριμμένων συνηθειών”. Θυμάμαι τα λόγια σου και κλαίω. Θυμάμαι εκείνα τα αγαπημένα μου
πρόσωπα, αυτά που είχαν κάνει τη ζωή μου μαγική και κλαίω στην ξαφνική απουσία τους.
Θυμάμαι, εκείνον το νωχελικό Σεπτέμβρη, εκείνη τη γλυκιά εποχή που μου έλεγες πως την αγαπάς γιατί είναι η πιο ερωτική,
είχαμε πάει στο Δημαρχείο, μόνοι μας κρυφά απ’ όλους, να παντρευτούμε. Από τη ταραχή σου είχες ξεχάσει να πάρεις τις βέρες.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αγωνία που είχε η φωνή σου, “ξέχασα… ξέχασα τις βέρες” πρόφερες δειλά και κοίταξες από ντροπή το
σκύλο σου που έστεκε στα πόδια μας και μας παρακολουθούσε αδιάφορος κουνώντας την ουρά του και γρυλίζοντας απολογητικά
σαν να έλεγε, “εγώ δεν έκανα τίποτα”.
Κατόπιν, με κοίταξες με μία αθώα αφέλεια στο βλέμμα περιμένοντας την αντίδρασή μου. Πόσο χαριτωμένες ήταν οι αντιδράσεις
σου. Γέλασες κι εσύ με την καρδιά σου, όταν με είδες να γελάω γεμάτος έκπληξη. Έλαμπες, φρέσκια και όμορφη με αφράτα χείλια
και κατάλευκα δόντια. Κι αυτά τα λακκάκια που έσκαβαν τη βελούδινη επιδερμίδα σου!..
Κακό αυτό που λέω, σίγουρα δεν μου επιτρέπεται, αλλά καλύτερα που δεν ζεις σαν κι εμάς μέσα στα κουρέλια. Θα ήταν αδικία
τόση ομορφιά να βασανίζεται από τον πόνο και την ασχήμια και η σάρκα σου να είναι σαπισμένη από τη ραδιενέργεια.
Τώρα έχω βγάλει τη βέρα από το χέρι μου. Με καμένη σάρκα είναι επίπονο να τη φοράω. Την έχω κρεμασμένη σε ένα καρφί
απέναντί μου και τη βλέπω συνέχεια. Αισθάνομαι όπως τότε που τράβηξα το πέπλο από το πρόσωπο σου και σε φίλησα. Είχες
ντραπεί, σε έπιασε λόξυγκας, εκείνος που σε έπιανε όποτε ντρεπόσουνα… Τότε δεν πίστευα στα θαύματα. Τώρα, ειδικά τώρα ξέρω
πως ήσουνα ένα θαύμα, ένα αληθινό θαύμα.
Ο Πάρις, ο γιος μας βήχει. Δεν ξέρω τι να κάνω, πώς να τον βοηθήσω. Τελικά, η απόγνωση που νιώθω είναι γιατί γνωρίζω, πως
τίποτα δεν μπορώ να του προσφέρω έτσι που καταλήξαμε σαν τρωκτικά μέσα σε αυτή τη βρώμικη τρύπα ένα μέτρο κάτω από τη γη.
Ευτυχώς που το σύστημα της μνήμης έχει χαλάσει και δεν θυμόμαστε αρκετά απ’ όσα μας συνέβησαν γιατί θα μας πονούσαν
αφόρητα. Ίσως αυτή, η αμνησία, να είναι η πιο σπουδαία άμυνα του οργανισμού μας, αλλιώς δεν θα αντέχαμε να ζήσουμε αυτή
την κατάντια.
Να! Τώρα χαμογελάει. Μέσα από τα κουρέλια που είναι τυλιγμένο το πρόσωπο του, δεν φαίνεται, μα αντιλαμβάνομαι ένα μικρό
χαμόγελο που του φέρνουν τα πρόσκαιρα διαλείμματα επανάκτησης της μνήμης του. Κι ευτυχώς που οι επανακτήσεις αυτές
είναι πρόσκαιρες, γιατί όσες φορές συνέβη να κρατήσουν περισσότερο και να γεμίζει από τις εικόνες των αγαπημένων του
ανθρώπων τού γεννούσαν πόνο και οδύνη παρά ευτυχία. Ίσως αντιλαμβάνεται το μέγεθος της συμφοράς και της μοναξιάς του
καθώς και του δύσκολου αγώνα που έχει να δώσει για να επιβιώσει.
Τα χείλια του τρεμοπαίζουν ξεσπώντας επάνω στα κουρέλια κάποιες πνιχτές φράσεις. Συνήθεια που απόκτησε μετά τη μεγάλη
έκρηξη για να σκοτώνει τη μοναξιά του συνομιλώντας πολλές φορές ακόμη και δυνατά με τον εαυτό του.
Πρέπει να του ξαναβρώ μερικά πορτοκαλί χάπια, λένε έχουν πλούσια συστατικά πρωτεΐνης, λένε πως κάνουν θαύματα, αυτά
σίγουρα θα τον δυναμώσουν. Δύσκολη η απόκτηση τους, τα έχουν στην κυριαρχία τους οι κανίβαλοι των υπονόμων. Μόνο
αν βρω κάποιον σύνδεσμο κι ανταλλάξω αυτά τα δύο λευκά χάπια που μου απομείνανε με τα συνθετικά μεταλλικά στοιχεία
και άλατα. Έμαθα πως κάνουνε σαν τρελοί να γευτούνε ένα τέτοιο χάπι, αφού για να συντηρηθούν πίνουνε ακόμη και τα ίδια
τα ούρα τους, προκειμένου να μην πίνουν μόνο τα χημικά απόβλητα.
Αν δεν είχα την υποχρέωση του μικρού μου θα ήξερα πώς να γλιτώσω τη ζωή μου από ετούτη τη συμφορά. Όμως έχω
ευθύνη απέναντί του και στο όνομα αυτής της πατρικής αγάπης αναγκάζομαι να γίνομαι σκληρός και έτοιμος να σκοτώσω
μέσα στα χαλάσματα όποτε τυχαίνει να συναντήσω άνθρωπο που να κατέχει κάποιον φαγώσιμο οργανισμό. Ένα σκουλήκι,
ένα φίδι, κανένα ποντίκι ή κατσαρίδα ακόμη,
για να το δώσω να το φάει ο μικρός μας και ν’ αντέξει μια μέρα ίσως πάρα πάνω.
Τις τελευταίες μέρες του έχει ανέβει πολύ ο πυρετός, ψήνεται. Στην απόγνωση μου σκέφτομαι, πως
αν έπεφτε στα χέρια μου ένας από αυτούς τους βέβηλους που οδήγησαν τον κόσμο στον όλεθρο θα τον έτρωγα
ζωντανό, όπως κάνουνε οι κανίβαλοι στους υπονόμους. Μωρέ! Τους παραδέχομαι… Πρέπει να ειδοποιήσω το φίλο
μου τον Αίολο, μόνο αυτός μπορεί να μου βρει τα πορτοκαλί χάπια. Είναι η τελευταία μου ελπίδα. Θα του δώσω
αυτό το πικρό κομμάτι ρίζας από ελιά να το ανταλλάξει μπας και κάνα θαύμα κάνει τον Πάρι μου να επιβιώσει λίγο ακόμη.
Ο πυρετός πάλι ανέβηκε, ψήθηκε. Ντελίριο έπιασε το μικρό μου και παραμιλούσε. Σε φώναζε με τ’ όνομα σου, αγαπημένη μου.
Πρέπει να έχει νυχτώσει απ’ όσο μπορώ να υπολογίσω από τις ώρες που πέρασαν γιατί έτσι κι αλλιώς τώρα και οι μέρες είναι
σκοτεινές από τον καπνό που έχει τυλίξει τον ουρανό. Δύο χρόνια λένε έχει να βγει ο ήλιος. Τους πιστεύω, αφού έτσι η αλλιώς
έχω χάσει το χρόνο κρυμμένος μέσα στη τρύπα μου ν’ αποφύγω όσο γίνεται τη μαύρη σκόνη που έχει απλωθεί σαν χιόνι.
Παντού στάχτη κι αποκαΐδια από ανθρώπους, ζώα και σπίτια. Όλα σκεπασμένα από πυκνή σκόνη που τρυπάει τα σωθικά.
Κάτι ακούω, επιτέλους θα γύρισε ο Αίολος… Παναγία μου! ας έχει τα χάπια. Τώρα έχει πάλι ησυχία, λες να είναι κανένας
βάνδαλος που κλέβει τρύπες; Καλύτερα να πάρω το μαχαίρι να είμαι έτοιμος ν’ αμυνθώ αν χρειαστεί. Μα αν ήτανε κλέφτης
δεν θα χτυπούσε το τσίγκο… Ο Αίολος θα είναι, πρέπει να του ανοίξω. Από την ασιτία ο τσίγκος μού φαίνεται πως βάρυνε,
ανάθεμα τον. Άνοιξα, σκοτάδι, μια αχνή άγνωστη σκιά μόνο ξεχωρίζω. Τρομάζω για μερικές στιγμές, ώσπου ξεχωρίζω μια
γυναικεία όψη που δεν είχα ξαναδεί. Άναψα τα δύο εκατοστά φυτίλι από τις τελευταίες σταγόνες κεριού που είχαν απομείνει.
Πράγματι στο τρεμάμενο και αμυδρό φως είδα την όψη μιας γυναίκας. Ήταν νέα, την κατάλαβα από το γλυκό βλέμμα των
ματιών της. Ήταν σαν την ηρεμία της παλιάς πανσέληνου, που έσταζε έρωτα. Τρεμούλιασα, ήταν όπως τότε, εκείνο το γλυκό
φθινόπωρο που σε γνώρισα κι ο έρωτας απλώθηκε στη γη για να μας κατακτήσει.
Την κοίταξα πολύ ώρα με το μαγεμένο βλέμμα μου να απλώνεται επάνω της σαν χάδι να την αγγίξει, να την χαϊδέψει, το είχα
ανάγκη αυτό το χάδι. Απ’ τις καλές ημέρες της ζωής μου είχε η ματιά μου να χαρεί γυναικεία σάρκα. Δύο χρόνια τώρα είχα
ξεχάσει τον έρωτα την αγάπη. Η ανάγκη για επιβίωση περιέκλειε μέσα της όλα τα στοιχεία της βίας με όλες τις ακραίες μορφές
της και τίποτα άλλο, κανένα ίχνος στοργής και τρυφερότητας δεν υπήρχε ανάμεσα σε όσους επιζήσαμε. Όμως, πρέπει να ένιωσε
στη σάρκα της τη λαχτάρα μου. Έλαμψαν τα μάτια της μέσα από τις δύο μοναδικές τρύπες των κουρελιών που είχε τυλιγμένο,
παρ’ όλα αυτά, με γυναικεία επιμέλεια το πρόσωπο της. Χαμογέλασε δειλά, αλλά δεν φάνηκε τίποτα, κανένα γλυκό συναίσθημα
δεν εμφανίστηκε,
μόνο ένα κουρελάκι λύθηκε απ’ τη προφανή σύσπαση του προσώπου της και κρεμάστηκε μπροστά στο πηγούνι της. Για λίγες
στιγμές κοιταχτήκαμε και ταξιδέψαμε. Ένα θαύμα, ένα αληθινό θαύμα είναι ο έρωτας, νιώσαμε για λίγο το όνειρο, όπως τότε που
υπήρξαμε άνθρωποι και το είχαμε ανάγκη. Χαθήκαμε, σκορπιστήκαμε μέσα στη καταθλιπτική σκοτεινιά αφήνοντας επάνω στις
στάχτες χνάρια από μιαν αγάπη που μόλις άρχιζε.
-Ποια είσαι; Τι θέλεις εδώ; Τι θες από μένα; ρώτησα αρκετά ταραγμένα.
Χωρίς να μιλήσει άπλωσε το χέρι της και μου πρόσφερε ένα μαραμένο αχλάδι. Απόρησα, μήπως δεν έβλεπα καλά μέσα στη
σκοτεινιά, αναρωτήθηκα και κοίταξα καλύτερα. Όχι, καλά είχα δει, ήταν ένα αχλάδι. Αυτό κόστιζε μια ολόκληρη περιουσία.
Από ένα του μόριο να μοίραζε, κάλλιστα θα γινόταν βασίλισσα κι εκείνη μου το έδινε.
-Γιατί; Γιατί σε μένα; ρώτησα.
Χωρίς να μιλήσει επέμενε να κρατάει το χέρι της, που έτρεμε, τεντωμένο. Θες λίγο από την παράτολμη προσφορά, την
αδυναμία, λίγο από την ταραχή της μαγείας που οι ματιές μας είχαν ενωθεί, λίγο από τον αδιόρατο φόβο που χαρίζει η
εξιχνίαση, πάντως έτρεμε και μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Αυτή την αξιοπρέπεια που χαρίζει η ευγένεια είχα να τη νιώσω
από άλλον άνθρωπο πολύ καιρό και μου άρεσε. Μου ξυπνούσε όσα καλά αισθήματα είχαν απομείνει ακόμη μέσα μου ζωντανά.
-Πέρασε μέσα, είναι επικίνδυνο για τη ζωή σου να εμφανίζεσαι ακάλυπτη, άμα κανένα μάτι σε πάρει να κρατάς αυτό το…
θα σε σκοτώσει για να το πάρει.
Έπιασα τα κουρέλια της από τους ώμους και την τράβηξα με δύναμη μέσα στη τρύπα μου. Δεν ήταν βαριά κι έπεσε επάνω
μου, στριμωχτήκαμε, μα ένιωσα το κορμί της να καίει και την καρδιά μου να χτυπάει. Τη στιγμή που τα πρόσωπα μας ήρθαν
κοντά και θέλησα να την δω καλύτερα, τελείωσε το κερί κι έσβησε η φλόγα του. μείναμε στη θλιβερή καταχνιά του σκοταδιού.
-Είμαι άτυχος, ήρθες τόσο κοντά μου και δεν θα μάθω ποτέ το πρόσωπο σου. Το πρόσωπο μιας γυναίκας που θέλει να…
Αλήθεια, γιατί μου δίνεις το αχλάδι;
-Έμαθα πως έχεις ένα παιδί άρρωστο… Το έχεις ανάγκη λοιπόν, πάρε το, ψέλλισε.
Την ένιωσα που σπαρταρούσε σαν ψάρι και δεν άντεξα να περιμένω. Άπλωσα το χέρι μου κι άρχισα μέσα στο σκοτάδι σαν
τυφλός να ψηλαφίζω το πρόσωπο της. Έσκυψε το κεφάλι της σαν να με διευκόλυνε, όταν βάλθηκα με περίσσια προσοχή σαν
ιεροτελεστία να ξετυλίγω τα κουρέλια που ήταν σφιχταγκαλιασμένα γύρω απ’ το πρόσωπο της.
-Τι κάνεις; ψιθύρισε με κλονισμένη φωνή, όμως, σπαρακτικά τρυφερή.
Άγγιξα με προσοχή τα χείλη της, ένιωσα τις βαθιές χαρακιές τους. Τραβήχτηκε σαν από ντροπή, αλλά κατόπιν τα δάχτυλα
της άρχισαν να ψηλαφίζουν και τα δικά μου σκασμένα χείλια.
-Επιτέλους, άνθρωπος! Πρόφερε μέσα σε έκσταση.
Για κάμποση ώρα μείναμε με τις άκρες των δακτύλων μας να χαϊδεύει ο ένας τα χείλια του άλλου μέσα στο ξεχασμένο πια
συναίσθημα της αγάπης. Όταν επιχείρησα μερικές φορές να την φιλήσω έστρεφε το πρόσωπό της.
-Γιατί δεν με αφήνεις να σε φιλήσω;
-Ένα στόμα χωρίς δόντια, πρόφερε με θλιμμένη φωνή.
-Κανείς μας δεν έχει, τόλμησα χαμογελώντας πικρόχολα κι άρχισα να ξετυλίγω τα κουρέλια κι από το δικό μου κεφάλι.
Με βοήθησε. Τα χέρια της ήταν ανάλαφρη σαν αγιάζι. Ανατρίχιασα.
Μείναμε με γυμνά κεφάλια, ακούμπησα το πρόσωπό μου στο πρόσωπο της. Οι σάρκες μας ήταν ξεφλουδισμένες, σκληρές
και σε πολλά σημεία τους αιμορραγούσαν, μα νιώθαμε όμορφα και μαγικά στην αθόρυβη ένωση.
-Πρέπει να είσαι πολύ όμορφη κι ας μη σε βλέπω, σε νιώθω, σε αισθάνεται η καρδιά μου, είσαι ένα θαύμα που δεν περίμενα
να φανεί, πρόφερα σβησμένα επάνω στα χείλια της και με την άκρη της γλώσσας μου γεύτηκα της πληγές τους.
Το ίδιο έκανε κι εκείνη για μια στιγμή προφέροντας συνάμα μέσα στο στόμα μου.
-Άνθρωπος, και μου έβαλε το αχλάδι μέσα στη χούφτα.
-Πάρε το αχλάδι… το έχει ανάγκη.
-Δεν έχω τίποτα να σου δώσω σε αντάλλαγμα, πρόσθεσα.
-Μου έδωσες, απάντησε εκείνη με τόνο που δεν χωρούσε αμφισβήτηση.
Κατόπιν άρχισε να τυλίγει τα κουρέλια στο κεφάλι της
-Τι σου έδωσα; ρώτησα απορημένα.
Με ένα επιδέξιο τίναγμα βρέθηκε έξω από το λάκκο μου.
-Που πας; Μείνε λίγο ακόμη, φώναξα ταραγμένος.
-Τα θαύματα λίγο διαρκούν… Ευχαριστώ! ψέλλισε απλά και ξαφνικά ανάλαφρη σαν αγέρι εξαφανίστηκε μέσα
στο σκοτάδι όπως είχε εμφανιστεί.
-Ούτε το όνομα σου δεν ξέρω, μονολόγησα με απογοήτευση όχι δυνατά αλλά μέσα στην ησυχία φαίνεται πως με άκουσε.
-Ζωή, με λένε, όπως τότε… θυμάσαι; μου φώναξε και μετά απόλυτη σιωπή.
Όταν μετά από λίγο καταλάγιασε ο οργανισμός μου, ο Πάρις, αλίμονο, είχε ήδη ξεψυχήσει, χωρίς να προλάβει να φάει
το αχλάδι. Η οδύνη έκοψε την ανάσα μου. Τόσο καιρό περίμενα ένα θαύμα, μόλις το κράτησα στα χέρια μου και δεν
πρόλαβα να του το προσφέρω. Δεν είχα δάκρια πια, είχα στερέψει. Έμεινα μόνος και σιωπηλός. Μετά από λίγο, κατά ένα
περίεργο τρόπο ένιωθα ελεύθερος, επιτέλους τώρα θα μπορούσα να πεθάνω κι εγώ ήσυχος, να γλιτώσω αυτό το μαρτύριο.
Πρώτα όμως έπρεπε να βρω τη Ζωή να της επιστρέψω το αχλάδι.
Βγήκα έξω με ατύλιχτο κεφάλι, μερικές σταγόνες όξινης βροχής πέφτανε στο πρόσωπο μου. δεν με ένοιαζε που έτσουζαν
οι πληγές μου.
«Βρέχει μετά από έξη μήνες!… Ίσως να έφτασε το φθινόπωρο!», άκουσα κάτι ψίθυρους πίσω μου.
Μετά σκοτάδι…

10 σχόλια:

Νίκος Διακογιάννης είπε...

Οι σκηνές δυνατές και γροθιά στο στομάχι για τη φρίκη που ολοένα απλώνεται στον τεχνολογικό πολιτισμό μας. Καλησπέρα από τη Νίσυρο. Εύχομαι να είσαι καλά, Δημήτρη.

η κοπέλα με το καναρινί φόρεμα... είπε...

Σας το έχω ξαναπεί...

το συναίσθημα που μου προκαλεί η γραφή σας, μπορώ (αν μπορώ...) να τις εκφράσω με δυο λέξεις.

Ανατριχιαστικά ωραίο...

Φαίδρα φις είπε...

όμορφο κείμενο,
σας διαβάζω καιρό
δεν έχει σημασία που δεν αφήνω σχόλιο,
έχει?
να είστε καλά
να έχετε το πιο αληθινό καλοκαίρι

δημήτρης βαρβαρήγος είπε...

@νικος διακογιαννης...
Φίλε Νίκο ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.
Καλά να περνάς.

δημήτρης βαρβαρήγος είπε...

@η κοπελα με το καναρινι φορεμα...
Καλησπέρα, είναι παρήγορα τα λόγια σου, κάτι που χρειάζονται όσοι κάτι δημιουργούν...
Εύχομαι καλό καλοκαίρι.

bernard n. shull είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.
δημήτρης βαρβαρήγος είπε...

@φαιδρα φις...
Καλώς όρισες,ποτέ δεν είναι αργά. Πάντα υπάρχει η πρώτη φορά.
Καλό καλοκαίρι

Ανώνυμος είπε...

Σου χρωστώ ένα "αχλάδι" Δημήτρη Βαρβαρήγο!
Λίτσα Πατεράκη

Ανώνυμος είπε...

Πάντα συναντιόμασαν τυχαία στο δρόμο.
Τώρα η τεχνολογία μας επιτρέπει και στο χώρο της: poemdrapetis.blogspot.com
κάτι απ' τα λίγα της που μας επιτρέπουν να ανασαίνουμε ακόμη.
Λίτσα Πατεράκη

δημήτρης βαρβαρήγος είπε...

@Λίτσα Πατεράκη...
Ας είναι τόσο αθώα, η τεχνολογία, όσο νομίζουμε.

Γι αυτό ας είμαστε γεροί και όσο γίνεται ασυμβίβαστοι.
δβ